Σεβαστούπολη

Σεβαστούπολη
[-ις (-εως)] η г. Севастополь

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "Σεβαστούπολη" в других словарях:

  • Σεβαστούπολη — (Σεβαστοπόλ ρωσικά). Πόλη (356 000 κάτ.), στη Δημοκρατία της Ουκρανίας, στον ομώνυμο κόλπο, επί της νοτιοδυτικής ακτής της χερσονήσου της Κριμαίας. Η πόλη, που ιδρύθηκε το 16o αι. από τους Τατάρους με το όνομα Αχτιάρ, αναπτύχθηκε ύστερα ως… …   Dictionary of Greek

  • Ουκρανία — Κράτος της ανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με την Πολωνία, Β με τη Λιθουανία, ΒΑ με τη Ρωσία, ΝΔ με τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, και στα Ν βρέχεται από την Αζοφική και από τη Μαύρη θάλασσα (Εύξεινο Πόντο).Ο. σημαίνει… …   Dictionary of Greek

  • Sevastopol — For other uses, see Sevastopol (disambiguation). Sevastopol Севастополь Aqyar View of Sevastopol …   Wikipedia

  • Κριμαϊκός πόλεμος — Οι πολεμικές επιχειρήσεις οι οποίες διεξήχθησαν από το 1854 έως το 1856 στην Κριμαία, μεταξύ των Ρώσων από το ένα μέρος και ενός συνασπισμού Άγγλων, Γάλλων και Τούρκων από το άλλο, στους οποίους προσχώρησε το 1855 και το Πεδεμόντιο (Πιεμόντε). Η… …   Dictionary of Greek

  • Greek exonyms — Below is a list of modern day Greek language exonyms for European places outside Greece. Place names that are not mentioned are generally referred to in Greek by their respective names in their native languages, or at the closest pronunciation a… …   Wikipedia

  • Topónimos griegos — Anexo:Topónimos griegos Saltar a navegación, búsqueda Esta es una lista de topónimos griegos tradicionales, es decir, una lista de topónimos que existen en griego. Esto incluye: Lugares que tuvieron protagonismo en la historia de la cultura… …   Wikipedia Español

  • Names of European cities in different languages: Q–T — v · d · …   Wikipedia

  • Anexo:Topónimos griegos — En este artículo se detectó el siguiente problema: Carece de fuentes o referencias que aparezcan en una fuente acreditada. Por favor, edítalo para mejorarlo, o d …   Wikipedia Español

  • πολιορκία — Σύνολο των επιχειρήσεων που γίνονται γύρω από μια οχυρή θέση, με σκοπό την άμεση κατάληψή της ή τον εξαναγκασμό της σε παράδοση. Μια π. απαιτεί τη χρήση όπλων, κατάλληλου υλικού και προπαρασκευές, εκτός από τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για …   Dictionary of Greek

  • χερσόνησος — I Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ.), στην πρώην επαρχία Πεδιάδας, του νομού Ηρακλείου. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (20 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκουν και άλλοι 6 μικρότεροι οικισμοί, τα Αγριανά (υψόμ. 90 μ.), το Μετόχι Σβούρου (υψόμ. 10 μ.), τα… …   Dictionary of Greek

  • Αικατερίνη — I Όνομα αγίων της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας. 1. Α. της Μπολόνια (1413 – 1463). Γεννήθηκε στην Μπολόνια, ανατράφηκε όμως στη Φεράρα. Σε ηλικία 17 ετών μπήκε στο μοναχικό τάγμα της Αγίας Κλάρας. Το 1457 έγινε ηγουμένη της μονής του τάγματος αυτού… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»